Δευτέρα, 3 Ιανουαρίου 2011

"Οι ορχήστρες δεν ξέρουν αν θα υπάρχουν σε ένα χρόνο"


ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ ME TON ΣΥΝΘΕΤΗ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟ ΛΥΓΝΟ
Επιμέλεια: Λιάνα Μαλανδρενιώτη απο την "Εποχή"

Στη διάρκεια της αντίξοης αλλά και συναρπαστικής πορείας τής Έντεχνης Ελληνικής Μουσικής, από τα ελευθέρα Επτάνησα αρχικά και στη συνέχεια στο ελεύθερο ελληνικό κράτος, αναδύθηκαν κινήματα, ρεύματα και τάσεις, ανάλογα με τις αισθητικές επιταγές της δυτικής μουσικής αλλά και με τις εγχώριες κοινωνικοπολιτιστικές αξίες και παραδόσεις. Στη δημιουργία τους συμμετείχαν πολλοί και σημαντικοί έλληνες συνθέτες, με έργα, που σύντομα έφθασαν και ξεπέρασαν πολλές φορές τη μακρόβια δυτική μουσική. Η γνωριμία μας, όμως, η κατανόηση και η απόλαυση αυτών των έργων οφείλεται στους ερμηνευτές και εν πολλοίς στους μουσικολόγους μελετητές που ενδελεχώς μελετούν ανακαλύπτουν και φέρνουν στο φως πολύτιμες σελίδες του μουσικού μας πολιτισμού. Κάθε έργο είναι άρρηκτα δεμένο με την εκτέλεσή του, για να επιτευχθεί η ακρόασή του στο κοινό.
Εύλογα, λοιπόν, σήμερα σε καιρό γενικευμένης κρίσης, όχι μόνο οι φιλόμουσοι αλλά και όλοι όσοι ενδιαφέρονται για το μουσικό μας πολιτισμό αναρωτιούνται για την τύχη των ελληνικών έργων: μένουν στο συρτάρι, εκτελούνται, τι τύχη έχουν οι εκτελεστές, τι γίνεται με τις ελληνικές ορχήστρες;

Για όλα αυτά και πιο συγκεκριμένα για της Ελληνικές Ορχήστρες και τα ελληνικά έργα, η «Εποχή» συνομίλησε με τον συνθέτη και εκδότη του περιοδικού της Ένωσης Ελλήνων Μουσουργών «μουσικής Πολύτονον».

Στην εποχή της κρίσης που ζούμε, πώς βλέπετε τη σημερινή πραγματικότητα της ελληνικής μουσικής;
Η κρίση σίγουρα παίζει το ρόλο της, όμως το θέμα της ελληνικής μουσικής δημιουργίας πρέπει να το δούμε και ανεξάρτητα από αυτή. Τα τελευταία δέκα με είκοσι χρόνια έγιναν πολλά, αλλά νομίζω ότι πρέπει να γίνουν ακόμα περισσότερα. Υπάρχουν συσσωρευμένα χρόνια προβλήματα -κυρίως θεσμικά- που κάποτε επιτέλους πρέπει να λυθούν, αν θέλουμε πραγματικά να πούμε ότι αφήσαμε οριστικά πίσω μας την εποχή της μιζέριας όπου η λεγόμενη «λόγια» μουσική στη χώρα μας φυτοζωούσε μεταξύ φθοράς και αφθαρσίας. Βέβαια οι στιγμές που περνάμε δεν είναι και οι πιο εύκολες για να γίνει κάτι τέτοιο.

Θα λέγατε λοιπόν ότι σήμερα βρισκόμαστε σε καλύτερο ή σε χειρότερο σημείο απ’ ό,τι παλαιότερα;
Έκανα κάποτε την ίδια ερώτηση στον παλαίμαχο και σεβαστό συνθέτη Γιώργο Σισιλιάνο και μου απάντησε ανεπιφύλακτα «πολύ καλύτερα!» Αυτό συνέβη πριν από μερικά χρόνια. Εύκολα θα μπορούσε κανείς να πει ότι αυτό το έλεγε επειδή ο ίδιος, κυρίως προς το τέλος της ζωής του, είχε την τύχη να ακούσει τα έργα του καλά παιγμένα, να τα δει σε CD και γενικά να τύχει αναγνώρισης. Όλα αυτά βέβαια –το τονίζω αυτό– στα περιορισμένα όρια της απήχησης ενός σοβαρού έλληνα συνθέτη. Πιστεύω, ωστόσο, ότι παρά τις γενικότερες δυσκολίες, τα πράγματα σαφώς είναι καλύτερα τώρα απ’ ό,τι τη δεκαετία του ’60 ή του ’70. Αν μάλιστα πάμε ακόμα πιο πίσω νομίζω ότι δεν μπορεί να υπάρξει καν σύγκριση. Υπάρχουν αντικειμενικά στοιχεία γι' αυτό που λέω. Σήμερα στην Ελλάδα έχουμε τουλάχιστον τέσσερις ορχήστρες για τις οποίες (ανεξάρτητα από τα συν και πλην), μπορούμε να συζητάμε σοβαρά και να απαιτούμε περισσότερα: Τις Κρατικές Αθηνών και Θεσσαλονίκης, την Ορχήστρα των Χρωμάτων και την Καμεράτα. Έχουμε πλέον αίθουσες ευρωπαϊκών προδιαγραφών όπως το Μέγαρο της Αθήνας και το Μέγαρο της Θεσσαλονίκης. Πριν λίγες μέρες άνοιξε και η Στέγη Γραμμάτων και Τεχνών του Ιδρύματος Ωνάση, με τρεις ακόμα αίθουσες, που από πλευράς τεχνολογίας είναι αυτό που λένε οι Αγγλοσάξωνες, state of the art. Αυτά στην κορυφή –αν θέλετε– της πυραμίδας. Από εκεί και πέρα, έχουμε μία πλειάδα από μικρότερους χώρους που κάνουν πολύ αξιόλογη δουλειά, όπως είναι το About στου Ψυρρή, το Taf στο Μοναστηράκι και το Beton7 στο Βοτανικό. Εκτός από τις αίθουσες και τις Ορχήστρες έχουμε και πολλά σύνολα μουσικής δωματίου που υπάρχουν εδώ και πολλά χρόνια και έχουν να επιδείξουν αξιολογότατο έργο, τόσο με συναυλίες όσο και με ηχογραφήσεις (μερικές από αυτές με ξένες εταιρείες), που λίγα έχουν να ζηλέψουν από τους ξένους συναδέλφους τους. Χαρακτηριστικότερο παράδειγμα το Νέο Ελληνικό Κουαρτέτο του Γιώργου Δεμερτζή που αισίως διανύει τον εικοστό χρόνο ζωής και επίσης έχει κάνει απίστευτη δουλειά στην έρευνα και παρουσίαση ελληνικών έργων.
Όλα αυτά κάνουν πιο εύκολη τη δουλειά των ελλήνων συνθετών;
Θα έλεγα λιγότερο δύσκολη... Ο δάσκαλος πολλών από εμάς, ο Γ. Α. Παπαϊωάννου, κάποτε σε μία συνέντευξή του, είχε πει ότι στην Ελλάδα ο σοβαρός συνθέτης είναι μάρτυρας. Δεν νομίζω ότι υπερέβαλε... Σκεφτείτε λίγο τι έγινε με τον Σκαλκώτα και τον Μητρόπουλο!
Τι δυνατότητες υπάρχουν για να παίζονται σήμερα τα ελληνικά έργα;
Πολύ περισσότερες από το παρελθόν. Οι ελληνικές ορχήστρες τα εντάσσουν συστηματικά στο ρεπερτόριό τους. Η καινούργια αρχή έγινε από τα «Χρώματα» ήδη από την εποχή του Χαζιδάκι. Ο Θόδωρος Αντωνίου μου είπε κάποτε ότι η Ορχήστρα των Χρωμάτων έχει παίξει μόνη της περισσότερα ελληνικά έργα απ’ ό,τι όλες οι άλλες ορχήστρες μαζί. Και αυτό το λέει κάποιος που με τα δικά του συγκροτήματα, εδώ και στην Βοστόνη, έχει παίξει άπειρα ελληνικά έργα... Χάρη στο Βύρωνα Φιδετζή, εδώ και έξι χρόνια η Κρατική Αθηνών διοργανώνει, σε συνεργασία με το Μέγαρο, τις «Ελληνικές Μουσικές Γιορτές». Στη σειρά αυτή παίζονται έργα τόσο από το ιστορικό ελληνικό ρεπερτόριο (Εθνική Σχολή, Επτανήσιοι συνθέτες, μοντέρνο κίνημα, κ.λπ.), όσο και έργα νέων ή νεότατων ελλήνων.
Πώς μπορούν και γίνονται όλα αυτά;
Όσον αφορά τις ορχήστρες, τα θεσμικά, το οργανωτικά αλλά κυρίως το οικονομικό, είναι οι αναγκαίες συνθήκες! Πρέπει συνεχώς να υπάρχει μία, έστω στοιχειώδης, ομαλή λειτουργία. Το ρεπερτόριο, που φτιάχνεται με αποφάσεις του μόνιμου μαέστρου ή του καλλιτεχνικού διευθυντή, έρχεται μετά. Στη σημερινή φάση οι συνθήκες είναι η αιτία της μεγαλύτερης ανησυχίας. Όταν μία Ορχήστρα δεν ξέρει αν θα υπάρχει σε ένα χρόνο τι προγραμματισμό μπορεί να κάνει; Με τι καρδιά θα δουλέψουν οι μουσικοί; Σε αυτή την κατάσταση βρίσκονται τα «Χρώματα», των οποίων οι μουσικοί ήταν μέχρι πρόσφατα απλήρωτοι για εννέα μήνες και μόλις πρόσφατα πήραν κάποια χρήματα έναντι...
Επίσης, οι συμβάσεις τόσο του Φιδετζή στην ΚΟΑ, όσο και του Μιχαηλίδη στην ΚΟΘ, έχουν λήξει εδώ και μερικούς μήνες, αλλά το Υπουργείο -ο εποπτεύων φορέας- δεν κάνει τίποτα. Οι πληροφορίες μου λένε ότι δεν έχουνε καν ανοίξει τους φακέλους με τις υποψηφιότητες που οι ίδιοι ζήτησαν! Δυστυχώς και εδώ βλέπουμε να επαναλαμβάνεται το γενικότερο κυβερνητικό μοντέλο: Πολλές καλές προθέσεις στα λόγια, μεγαλεπήβολες διακηρύξεις, αλλά στην εφαρμογή, άσε καλύτερα...

Δεν υπάρχουν σχόλια: