Κυριακή, 30 Ιουνίου 2013

Νεοφιλελευθερισμός και μεγάλη μουσική: έννοιες ασύμβατες

του Μάρκου Τσέτσου
 Η απόπειρα βίαιης κατάργησης της ΕΡΤ δεν αφορά μόνο την ενημέρωση. Αφορά τον πολιτισμό και, κυρίως, τη μεγάλη μουσική, τη μουσική του Μπαχ, του Μότσαρτ, του Μπετόβεν, του Μπραμς, του Μάλερ, του Σοστακόβιτς και τόσων άλλων. Ελάχιστα έγινε συνειδητό ότι η κατάργηση των Μουσικών Συνόλων της ΕΡΤ (Εθνική Συμφωνική Ορχήστρα, Ορχήστρα Σύγχρονης Μουσικής, Χορωδία) κατέστησε τη χώρα μας τη φτωχότερη μουσικά χώρα της Δύσης. Αυτή τη στιγμή η Ελλάδα, με τα δέκα εκατομμύρια των κατοίκων της, διαθέτει μόλις τρεις δημόσια χρηματοδοτούμενες και πλήρους σύστασης συμφωνικές ορχήστρες και μία χορωδία: τις Κρατικές Ορχήστρες Αθηνών και Θεσσαλονίκης και την Ορχήστρα και Χορωδία της Εθνικής Λυρικής Σκηνής. Η δικαιολόγηση είναι γνωστή και αφορά το σύνολο των δημόσιων θεσμών που διαχειρίζονται δημόσια αγαθά: κοστίζουν υπερβολικά στους φορολογουμένους και δεν αποδίδουν (στο κράτος-επιχειρηματία) το οικονομικό πλεόνασμα που «απαιτεί η κοινωνία» από αυτούς. Γνωστό, βεβαίως, είναι και το επιδιωκόμενο αποτέλεσμα, η εκχώρηση, δηλαδή, της διαχείρισης των δημόσιων αγαθών στους ιδιώτες.
Στην περίπτωση, ωστόσο, καταργημένων μουσικών σχημάτων όπως τα παραπάνω, τα πράγματα έχουν λίγο διαφορετικά: ουδείς ιδιώτης αναμένεται να τα αγοράσει! Θα αγοράσουν το σύνολο των φυσικών πόρων και των υποδομών παραγωγής και εκμετάλλευσής τους, όχι όμως τη μεγάλη τέχνη και τη μεγάλη μουσική με τους θεσμούς αναπαραγωγής της, τις συμφωνικές ορχήστρες και τις χορωδίες. Το επιχείρημα είναι και σε αυτή την περίπτωση γνωστό και απλό: το κόστος διατήρησης των συγκεκριμένων μουσικών θεσμών είναι δυσανάλογα μεγαλύτερο του κέρδους που αποφέρουν στον οποιονδήποτε ιδιοκτήτη τους. Στη νέα κατάσταση πραγμάτων, το καλλιτεχνικό προσωπικό της ΕΡΤ θα κριθεί απολύτως περιττό, προκλητική πολυτέλεια για ένα κράτος σε κρίση.

Αν τεθεί ως ζητούμενο όχι η απαρίθμηση ψιλών διαπιστώσεων, αλλά η διατύπωση στον δημόσιο διάλογο πειστικών επιχειρημάτων ενάντια στην κατάργηση, ως περιττών, θεσμών όπως αυτοί της αναπαραγωγής της μεγάλης μουσικής, η δυσκολία θα γίνει πάραυτα αισθητή. Το εγχείρημα προϋποθέτει την καταρχήν αποδοχή ότι η μουσική, τους φορείς αναπαραγωγής της οποίας οφείλει να χρηματοδοτεί απαρέγκλιτα το κράτος, όχι μόνο δεν είναι περιττή, αλλά είναι απολύτως και άνευ όρων αναγκαία. Για να κριθεί όμως κάτι ως απολύτως αναγκαίο, ως κοινωνικό αγαθό δηλαδή, πρέπει να αποδειχθεί η απόλυτη, μη διαπραγματεύσιμη αξία του. Στην περίπτωση ενός αγαθού όπως το νερό, η απόλυτη αξία είναι δεδομένη: μαζί με την τροφή, την ένδυση και την κατοικία, αποτελεί στοιχειώδη όρο αναπαραγωγής των φυσικών φορέων της κοινωνίας. Από τη νεοφιλελεύθερη σκοπιά της εμπορευματοποίησής του, έχει εξασφαλισμένη πελατεία: το σύνολο των καταναλωτών. Αντιθέτως, η «πελατεία» της μεγάλης, απαιτητικής μουσικής ουδόλως είναι δεδομένη και αν η ζήτηση καθορίζει την κοινωνική της αξία, τότε κινδυνεύει να χάσει. Εκτός, φυσικά, αν η αξία διαζευχθεί από τη ζήτηση, από τον υποκειμενικό και συγκυριακό παράγοντα με άλλα λόγια, και επιστραφεί στα ίδια τα έργα της μουσικής.
Μια τέτοια θεωρία απόλυτης αξίας έργων της δυτικής έντεχνης μουσικής διατυπώθηκε κάποτε από τον Αντόρνο — δεν είναι εδώ ο τόπος να αναπτυχθεί. Ίσως σε κάποιους η ίδια η ιδέα της απόλυτης αξίας πολιτισμικών αντικειμένων ακούγεται εξόχως φετιχιστική. Υπάρχει όμως ένα τουλάχιστον επιχείρημα υπέρ της κοινωνικής αξίας της μεγάλης μουσικής. Ακόμα και στον προνεωτερικό κόσμο, πόσο μάλλον στον νεωτερικό, η μεγάλη μουσική συνδέθηκε με τη χειραφέτηση της δημιουργίας από τα καλλιτεχνικά κανονιστικά δεσμά που επέβαλλε σε αυτήν η εκάστοτε εργοδοσία. Αν για κάτι πρέπει να υποστηριχθεί η μεγάλη μουσική και οι θεσμοί αναπαραγωγής της, οι συμφωνικές ορχήστρες και οι χορωδίες, είναι για το γεγονός και μόνο ότι ως προϊόν απελευθερωμένων παραγωγικών δυνάμεων λειτουργούν ως σύμβολο καλλιτεχνικής χειραφέτησης εν μέσω κοινωνικής και πολιτικής νεωτερικότητας. Και η καλλιτεχνική χειραφέτηση με τη σειρά της συνιστά σύμβολο της κοινωνικής και πολιτικής χειραφέτησης. Επιτακτικό καθήκον μιας Αριστεράς που πολεμά να διατηρήσει σε ισχύ τις στοιχειώδεις αρχές τής νεωτερικής δημοκρατίας ως αδιαπραγμάτευτη παρακαταθήκη του Διαφωτισμού και θεσμικό θεμέλιο οποιασδήποτε δίκαιης κοινωνίας, είναι να υποστηρίξει συνειδητά και τεκμηριωμένα τη μεγάλη μουσική και τους φορείς αναπαραγωγής της. Μια πρώτη και για πολλούς ίσως τελευταία πρόγευση της αξίας της είχαν την τύχη να απολαύσουν οι χιλιάδες πολιτών που συνέρρευσαν στη συναυλία υποστήριξης των Μουσικών Συνόλων της ΕΡΤ την Παρασκευή 14 του Ιούνη. Ένιωσαν πως κάτι πολύτιμο χάνεται, κάτι για το οποίο δεν είχαν ιδέα, προφανώς επειδή κάποιοι όλα αυτά τα χρόνια φρόντισαν γι’ αυτό.


Ο Μάρκος Τσέτσος διδάσκει αισθητική της μουσικής στο Τμήμα Μουσικών Σπουδών του Πανεπιστημίου Αθηνών.
Πηγή: Αυγή

Δεν υπάρχουν σχόλια: