Τετάρτη, 10 Μαρτίου 2010

«Θεοδώρα» του Χαίντελ

Η Θεοδώρα, το ορατόριο του Γκέοργκ Φρήντριχ Χαίντελ σε λιμπρέτο του Thomas Morell, παρουσιάζεται σε δραματοποιημένη μορφή στο πλαίσιο μίας ανατρεπτικής μουσικής παράστασης που φιλοδοξεί να αναδείξει τη διαχρονικότητα του έργου μέσα από μια εντελώς καινούρια αισθητική ανάγνωση.
Η μουσική παράσταση  θα παιχτεί από την «Καμεράτα, Ορχήστρα των Φίλων της Μουσικής», η οποία γίνεται... μπαρόκ υπό τη διεύθυνση του Γιώργου Πέτρου. 
Η παραγωγή θα ανέβει το Σάββατο 13 Μαρτίου, στην αίθουσα «Αλεξάνδρα Τριάντη», (Μέγαρο Μουσικής) σε σκηνοθεσία και σχεδιασμό παραγωγής Πάρη Μέξη. 

Οι μουσικοί της «Καμεράτας» αλλάζουν χορδές και δοξάρια για να συλλάβουν τον μπαρόκ ήχο. «Οταν λέμε ότι αναζητούμε τον μπαρόκ ήχο, δεν είμαστε αρχαιολόγοι. Πάμε όσο πιο κοντά γίνεται. Με τη χρήση στοιχείων του παρελθόντος ψάχνουμε κάτι το εξαιρετικά καινούργιο» τονίζει ο Νίκος Τσούχλος. 
H δραματοποιημένη μορφή του ορατορίου φιλοδοξεί να αναδείξει τη διαχρονικότητα του έργου μέσα από μια εντελώς καινούργια αισθητική ανάγνωση.
Αρχιμουσικός και σκηνοθέτης, με την παράσταση αυτή, διατυπώνουν μια πρόταση για μια εικαστική και μουσική καινούργια ανάγνωση ενός παλιού έργου, το αντιμετωπίζουν σαν δράμα, σαν θεατρικό έργο, και το μετατρέπουν σε οπτικοακουστικό θέαμα που, με τη βοήθεια της τεχνολογίας, ανταποκρίνεται στους κώδικες του κοινού της εποχής μας. 

Κορυφαία ονόματα της εγχώριας και διεθνούς καλλιτεχνικής σκηνής ενώνουν τις δυνάμεις του στο καλλιτεχνικό αυτό εγχείρημα. 
Ο βραβευμένος με ECHO KLASSIK αρχιμουσικός Γιώργος Πέτρου, του οποίου οι ηχογραφήσεις σε έργα Χαίντελ έχουν αποσπάσει τις υψηλότερες διακρίσεις του διεθνούς Τύπου και η Καμεράτα, Ορχήστρα των Φίλων της Μουσικής στην πρώτη της "επίσημη" εμφάνιση με όργανα εποχής ενώνουν τις δυνάμεις τους για να  μεταφέρουν το κλίμα της εποχής στην οποία γράφτηκε το αριστούργημα του Χαίντελ. 
Παράλληλα, ο Πάρις Μέξης με φρέσκια προσέγγιση στη σκηνοθετική και εικαστική επιμέλεια-animation της παραγωγής, στήνει ένα σκηνικό από εικόνες και παρεμβάσεις που διατρέχουν το έργο με τη βοήθεια της τεχνολογίας (animation) σε συνεργασία με το βραβευμένο με Golden European Design award, motion studio "Nomint". Στη μέση αυτών των δύο κόσμων, του παλιού (όργανα εποχής) και του νέου (σύγχρονη αισθητική προσέγγιση) τοποθετείται η διαχρονική ιστορία της Θεοδώρας, μία ιστορία αγάπης που καταλήγει σε θυσία.
Στη διανομή των ρόλων εμφανίζονται διεθνούς φήμης λυρικοί τραγουδιστές: η εξαιρετική ιταλίδα ερμηνεύτρια του Μπαρόκ Εμανουέλα Γκάλι ερμηνεύει τον πρωταγωνιστικό ρόλο της Θεοδώρας, με την Κριστίνα Χάμαρστρεμ στο ρόλο του Διδύμου, την Ειρήνη Καράγιαννη ως Ειρήνη, τον Τζέισον Νταρνέλ ως Σεπτίμιο και τον Γιάννη Γιαννίση στο ρόλο του Ουάλη. Συμμετέχει επίσης η Μεικτή Δημοτική Χορωδία Αθηνών υπό τη διεύθυνση του Σταύρου Μπερή. Τη μουσική προετοιμασία των σολίστ έχουν αναλάβει η Καλλιόπη Γερμανού και ο Μάρκελλος Χρυσικόπουλος και της Χορωδίας, ο Νίκος Λαλιώτης. Ο σχεδιασμός των φωτισμών είναι του Γιώργου Τέλλου. Την κατασκευή και την επιμέλεια του σκηνογραφικού υλικού έχει αναλάβει η Βίκυ Ρουμπέκα. 


Για την καλύτερη κατανόηση του έργου, θα υπάρχουν ελληνικοί υπέρτιτλοι.

Η ιστορία της "Θεοδώρας" εκτυλίσσεται στην Αντιόχεια του 4ου αιώνα μ.Χ., την εποχή του αυτοκράτορα Διοκλητιανού. Η Θεοδώρα μία νεαρή πριγκίπισσα που έχει ασπαστεί τον χριστιανισμό αρνούμενη να συμμετάσχει στις θυσίες προς το Δία για τον εορτασμό των γενεθλίων του αυτοκράτορα, καταδικάζεται να εκπορνευτεί με τη βία και φυλακίζεται. Ο αξιωματικός Δίδυμος, επίσης χριστιανός και ερωτευμένος μαζί της επισκέπτεται τη Θεοδώρα στη φυλακή και τη βοηθά να φυγαδευτεί ανταλλάσσοντας ρούχα μαζί της ενώ μένει ο ίδιος στη θέση της. Η απόδραση σύντομα ανακαλύπτεται, ο Δίδυμος συλλαμβάνεται και καταδικάζεται σε θάνατο. Στη συνέχεια η Θεοδώρα παραδίδεται προσφέροντας στο ρωμαίο κυβερνήτη τη ζωή της αντί του Διδύμου για να οδηγηθούν στο τέλος και οι δύο οικειοθελώς στον θάνατο. Το έργο κλείνει με ένα τραγούδι που υμνεί τη νίκη της αγάπης επί του θανάτου.

 OΧαίντελ συνέθεσε τη Θεοδώρα το 1749, για την παρουσιάσει ο ίδιος ένα χρόνο αργότερα στο Κόβεντ Γκάρντεν του Λονδίνου. Φαίνεται πως το έργο δεν άρεσε στο βρετανικό κοινό γιατί σύντομα ο αριθμός των προγραμματισμένων παραστάσεων περιορίστηκε στις τρεις. Χρόνια αργότερα ωστόσο, αναγνωρίστηκε η πραγματική αξία του ορατόριου ο έντονος λυρισμός και το συναισθηματικό βάθος της γραφής του Χαίντελ για να φτάσει σήμερα να θεωρείται ένα από τα πιο αριστουργηματικά θρησκευτικά δράματα όλων των εποχών.

Δεν υπάρχουν σχόλια: