Κυριακή, 20 Μαΐου 2012

Νυχτερινές και άλλες μουσικές από την ΚΟΑ

Του  Γ.Σβώλου 
αναδημοσίευση από www.classicalmusic.gr/?p=1092
Μία ακόμη πολύ καλή συναυλία ακούσαμε από την ΚΟΑ τις προάλλες (27/4/2012). Η βραδιά ήταν εντεταγμένη στον κύκλο «Μότσαρτ + 1». Το πρόγραμμα περιλάμβανε την δημοφιλή «Μικρή νυχτερινή μουσική», το «Κοντσέρτο για πιάνο αρ.22» και την «Συμφωνία αρ.36, του Ληντς» του Μότσαρτ, έργα άπαντα γραμμένα στο κλείσιμο του 18ου αιώνα, ανάμεσα στα οποία ακούστηκε σε παράθεση η «Μικρή νυχτερινή μουσική» (1954) του Ιταλού Λουίτζι Νταλλαπίκολα Στις εντυπώσεις από την συναυλία κυριάρχησε η ευχάριστη διαπίστωση ότι η ΚΟΑ μπορεί επιτέλους να παίζει Μότσαρτ πετυχαίνοντας ένα κάθε άλλο παρά συμβιβαστικό αποτέλεσμα. Οι προηγούμενοι καλλιτεχνικοί διευθυντές σπάνια μόνον περιλάμβαναν συνθέσεις του «αγαπημένου των θεών» και, γενικότερα, συνθετών παλαιότερων του Μπετόβεν στα προγράμματα του συνόλου. Αυτό είχε ως αποτελέσματα αφ’ ενός την ελλειπή αντιπροσώπευση ενός σοβαρού κλάσματος του βασικού ρεπερτορίου, αφ’ ετέρου ότι οι μουσικοί της ορχήστρας είχαν ελάχιστες ευκαιρίες να αντλήσουν το αυτονόητο όφελος από την εμπειρία της αναμέτρησης με τις προδιαγραφές εκτέλεσης αυτής της μουσικής. Η συνέπεια αυτού του τελευταίου ήταν φανερή στο ενδημικό έλλειμμα συντονισμού και ακρίβειας που υπονόμευε γενικώς την απόδοση της ΚΟΑ. Αντίστροφα, λοιπόν, φαίνεται ότι άρκεσε μόλις μία καλλιτεχνική περίοδος δουλειάς επάνω στο Μότσαρτ ώστε το σύνολο να αποκτήσει τον εσωτερικά ισορροπημένο, συντονισμένο ήχο που διαθέτει τώρα. Επιπλέον, η συνειδητή καθοδήγηση της διάπλασης των εκτελέσεων αυτών των έργων προς την ιστορική ερμηνευτική καλλιέργησε περαιτέρω την απόδοση των μουσικών.
Λουίτζι Νταλλαπίκολα, Βόλφγκανγκ Αμαντέους Μότσαρτ
Λουίτζι Νταλλαπίκολα, Βόλφγκανγκ Αμαντέους Μότσαρτ
Στην συγκεκριμένη συναυλία το περιορισμένου μεγέθους κλιμάκιο της ΚΟΑ διηύθυνε ο Τζόναθαν Σίφμαν. Οι εκτελέσεις των έργων του Μότσαρτ ήσαν λαμπερές και στέρεα δομημένες, ταιριαστές στο υφολογικό στίγμα της εποχής, προσανατολισμένες στην εις βάθος ανάδειξη της μουσικής αρχιτεκτονικής. Ο Αμερικανός αρχιμουσικός άντλησε από τους μουσικούς ήχο διάφανο, σφιχτά εστιασμένο, τον οποίο αξιοποίησε στην διάπλαση φραστικής ευέλικτης και με σαφή περιγράμματα. Αυτό, σε συνδυασμό προς την ζωντάνια της διεύθυνσης και την «στερεοφωνική» διάταξη της ορχήστρας με τα α΄ και β΄ βιολιά τοποθετημένα αντικριστά στις δύο άκρες, απέδωσε ένα ακρόαμα πλούσιο σε εσωτερική λεπτομέρεια, αναδεικνύοντας άριστα την μουσική του Μότσαρτ. Η ανάγνωση της «Μικρής νυχτερινής μουσικής» έρρευσε αβίαστα και ανάλαφρα, όπως ταιριάζει στον χαρακτήρα της. Φυσικά, οι ποιότητες που έχει κερδίσει η ορχήστρα το τελευταίο οκτάμηνο αξιοποιήθηκαν στο μέγιστο στην εκτέλεση της «Συμφωνίας του Λιντς» που διαθέτει καταφανώς πυκνότερη συμφωνική δράση, πιο σύνθετο μουσικό συντακτικό και πλουσιότερο δραματικό φορτίο. Εδώ επικράτησε η αβίαστη αίσθηση τάξης και συνολικής εποπτείας των ηχητικών και εκφραστικών μεγεθών. Ο συμπαγής ήχος των εγχόρδων και ο ισορροπημένος συσχετισμός  δυναμικής προς τα πνευστά, οι προσεγμένες στίξεις και η ορθολογική οργάνωση της παραγραφοποίησης, ο συνδυασμός ακρίβειας, ρωμαλέου ήχου και ευγένειας στο πλάσιμο της φραστικής απέδωσαν ένα θαυμάσιο ακρόαμα αντιπροσωπευτικά κλασικής αισθητικής, που διέθετε μαθηματική καθαρότητα και ταυτόχρονα πάλλονταν από εσωτερική ζωντάνια.
Αλεξάνδρα Παπαστεφάνου, Τζόναθαν Σίφμαν
Αλεξάνδρα Παπαστεφάνου, Τζόναθαν Σίφμαν

Μπορεί η Αλεξάνδρα Παπαστεφάνου να είναι πιανίστρια που δεν έχουμε συσχετίσει πρωτίστως με τον Μότσαρτ αλλά η ερμηνεία που πρόσφερε υπήρξε απολαυστική. Γραμμένο από τον συνθέτη στην απόλυτη ακμή του ως όχημα της προσωπικής του προβολής, το «Κοντσέρτο αρ.22» περιέχει σελίδες δεξιοτεχνικά απαιτητικές, το εκφραστικό βάρος των οποίων οδηγεί σε κατευθύνσεις πέρα από το στενό πλαίσιο της αισθητικής του κλασικισμού. Επιπλέον, εδώ ο συνθέτης χρησιμοποιεί για πρώτη φορά το κλαρινέτο σε κοντσέρτο και αναθέτει ασυνήθιστα προβεβλημένης γραφής σελίδες στα ξύλινα πνευστά (φλάουτο, δύο κλαρινέτα, δύο φαγκότα). Ο αρχιμουσικός έφερε το κουιντέτο των ξύλινων πνευστών κοντά στο πιάνο, δίνοντας με εξαιρετικά επιτυχημένο τρόπο έμφαση στον πλούτο της ηχητικής και μουσικής διαλεκτικής ανάμεσα στο πρωταγωνιστικό πιάνο και σε αυτά. Αυτούς τους ξεχωριστούς θύλακες μουσικής συνομιλίας μέσα στο ευρύτερο πλαίσιο του κοντσέρτου απέδωσε η αφρόκρεμα των μουσικών της ΚΟΑ. Το αποτέλεσμα ήταν πραγματικά ιδανικό. Η Παπαστεφάνου έπαιξε με ήχο μεστό και ρωμαλέο, με καθαρή άρθρωση και καλοζυγιαμένες στίξεις, δίχως ποτέ να αναπτύσσει ιδιαίτερα υψηλές ταχύτητες, προσδίδοντας ηχητικά ξεχωριστό βάρος σε κάθε νότα, σε κάθε φράση, σε κάθε πέρασμα. Ταυτόχρονα εξασφάλιζε άπλετο χώρο για την εκφραστική εκτόνωση κάθε μουσικού επεισοδίου. Συνολικά, η ανάγνωσή της παρέπεμπε περισσότερο στην ηχητική και εκφραστική στιβαρότητα του Μπετόβεν, παρά στην νευρώδη κινητικότητα και ελαφράδα του Μότσαρτ˙ ωστόσο, αυτό ακριβώς ήταν που προσέδωσε στην ερμηνεία της προσωπικό τόνο και γνήσιο, ιδιαίτερο ενδιαφέρον.

 

“Μικρή νυχτερινή μουσική» του Λουίτζι Νταλλαπίκολα
Με τον τίτλο της να παραπέμπει επίτηδες στην ομώνυμη μοτσάρτεια σερενάτα, η «Μικρή νυχτερινή μουσική» –“Picolla music notturna” στα ιταλικά- του Λουίτζι Νταλλαπίκολα  είναι ένα δεκάλεπτης διάρκειας κομμάτι με διάθεση τελείως διαφορετική από αυτήν του δημοφιλούς βιεννέζικου προδρόμου της από τον 18ο αιώνα. Γραμμένη το 1954, αντλεί την έμπνευση από το ποίημα «Νύχτα καλοκαιριού» (1912) του Ισπανού Αντόνιο Ματσάδο που περιγράφει ένα βραδινό, καλοκαιρινό περίπατο σε μια άδεια, ερειπωμένη πόλη. Μουσικά, η διάφανη, αποσπασματική γραφή του Ιταλού συνθέτη οφείλει πολλά στον Ντεμπυσσύ και στις «νυχτερινές μουσικές» του Μπάρτοκ. Το κομμάτι παίχτηκε με ακρίβεια και έμφαση στις αιθέριες, ατμοσφαιρικές ποιότητες της παρτιτούρας, στην απόδοση των οποίων συνεισέφεραν αποφασιστικά τα εξαίρετα πνευστά της ορχήστρας.

Δεν υπάρχουν σχόλια: